Tι μένει να γίνει; Η ευθύνη των πολιτιστικών φορέων απέναντι στις κοινότητές τους και την κοινωνία
Από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και εξής, επικρατεί ευρεία συναίνεση μεταξύ των δυτικών δημοκρατιών ότι μια υγιής κοινωνία οφείλει να διαθέτει καλλιτεχνικούς και πολιτιστικούς φορείς που λειτουργούν ως ενωτικές δυνάμεις, προωθώντας τον δημόσιο διάλογο και υπηρετώντας το κοινό καλό, επιλέγοντας με καλλιτεχνικά κριτήρια, και όχι εμπορικά, ενώ προσφέρουν παράλληλα, ελεύθερη πρόσβαση σε όλους. Τα θέατρα, ιδίως, έχουν επιδιώξει να λειτουργούν ως χώροι συνάντησης των κοινοτήτων, όπου οι άνθρωποι συγκεντρώνονται για να στοχαστούν, να συζητήσουν και να οραματιστούν ένα καλύτερο μέλλον.
Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες αυτή η ευρεία συναίνεση έχει υπονομευθεί από σημαντικές πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές μεταβολές. Η άνοδος του ρατσισμού, το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, η υποχώρηση της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς και η έντονη πόλωση των κοινωνιών μας έχουν θέσει υπό αμφισβήτηση ακόμη και την ίδια την έννοια του «κοινού καλού». Σε μια τέτοια συγκυρία, πώς οφείλουν να ανταποκριθούν οι καλλιτεχνικοί φορείς;
Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, διευθυντικά στελέχη σημαντικών θεατρικών οργανισμών συζητούν τον τρόπο αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων. Πώς πρέπει να ανταποκριθούμε στην οικονομική αβεβαιότητα, στις πολιτικές πιέσεις και τις ανάγκες της κοινότητάς μας; Ποιες αλλαγές πρέπει να κάνουμε στο έργο μας, για να ανταποκριθούμε σε αυτές τις νέες και δύσκολες συνθήκες; Πώς μπορούμε να υπερασπιστούμε τις αξίες που αγαπάμε χωρίς να θυσιάσουμε την καλλιτεχνική καινοτομία; Πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι, αντί να γίνουμε μουσεία του παρελθόντος, θα συμβάλλουμε στη δημιουργία μιας καλύτερης και πιο δημοκρατικής κοινωνίας;